Η μεταφορά τεχνολογίας (technology transfer) από τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα προς την αγορά εξελίσσεται σταδιακά σε βασικό πυλώνα οικονομικής ανάπτυξης και τεχνολογικής κυριαρχίας. Σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποιημένου ανταγωνισμού, η ικανότητα μιας χώρας να μετατρέπει τη γνώση σε οικονομική και κοινωνική αξία δεν αποτελεί πλέον περιφερειακή δραστηριότητα «ακαδημαϊκού» χαρακτήρα, αλλά κεντρική στρατηγική επιλογή.
Η Ελλάδα διαθέτει κατά τεκμήριο υψηλής ποιότητας ερευνητικό δυναμικό, υπολείπεται όμως στη μετάβαση από την επιστημονική αριστεία στην εμπορική αξιοποίηση, εμφανίζοντας αδυναμίες, όπως πατέντες που δεν φτάνουν ποτέ στην αγορά, τεχνολογικές λύσεις που αναζητούν εμπορικό πρόβλημα (αντί για το αντίστροφο), και ερευνητικές ομάδες που κατά κανόνα υστερούν σε επιχειρηματικές δεξιότητες. Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι η αύξηση της παραγόμενης γνώσης, αλλά η ωρίμανση των μηχανισμών που τη μετατρέπουν σε αξία, όπως η ταχεία είσοδος στην αγορά (go-to-market), η απόκτηση των αναγκαίων διεθνών πιστοποιήσεων και η επίτευξη κλιμάκωσης (scale-up).
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη ευρωπαϊκής δεξαμενής σκέψης, αν τα ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα παρήγαγαν νεοφυείς επιχειρήσεις σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, θα συνεισέφεραν σε ορίζοντα δεκαετίας περισσότερες από 22,000 θέσεις εργασίας και άνω των 9.5 δισεκατομμυρίων ευρώ στο ΑΕΠ της χώρας. Για να επιτευχθεί, όμως, συστηματική μεταφορά τεχνολογίας απαιτούνται ώριμες θεσμικές δομές και εργαλεία: γραφεία μεταφοράς τεχνολογίας (TTOs) με επαγγελματική διακυβέρνηση, σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο διαχείρισης πνευματικής ιδιοκτησίας, κίνητρα διευκόλυνσης για τους ερευνητές, τυποποιημένες συμβάσεις αδειοδότησης, διαφάνεια στις διαδικασίες τεχνοβλαστών (spin-offs) και εύκολη πρόσβαση σε χρηματοδοτήσεις τεκμηρίωσης σκοπιμότητας/εφικτότητας της ιδέας (proof-of-concept).
Στο σημείο των χρηματοδοτήσεων πρώιμου σταδίου, ο ρόλος των κεφαλαίων υψηλού ρίσκου (venture capital funds), και ιδιαίτερα αυτών που εστιάζουν σε επενδύσεις μεταφοράς τεχνολογίας, είναι καθοριστικός. Η συνεισφορά τους δεν περιορίζεται στη χρηματοδότηση, αλλά λειτουργεί και ως μηχανισμός επιλογής, επιτάχυνσης και πειθαρχίας: από τον αρχικό έλεγχο τεχνολογικής εγκυρότητας (technology validation) και την αξιολόγηση της αγοράς (market assessment), έως τον σχεδιασμό της στρατηγικής διανοητικής ιδιοκτησίας (IP strategy), την ανάπτυξη της ομάδας και την πρόσβαση σε διεθνή δίκτυα. Τα deep-tech startups χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερους κύκλους ανάπτυξης, αυξημένη αβεβαιότητα ως προς την αποδοχή του προϊόντος από την αγορά (product-market fit) και, κατ’ επέκταση, μεγαλύτερη ανάγκη εξειδικευμένης καθοδήγησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ένας επενδυτής μπορεί να συμβάλει ενεργά στη γεφύρωση της ακαδημαϊκής έρευνας με τις απαιτήσεις της αγοράς, βοηθώντας τη νεοσύστατη επιχείρηση να μετατρέψει την επιστημονική υπεροχή σε σαφή επιχειρηματική πρόταση.
H μεγάλη πρόκληση για τη χώρα μας στη μεταφορά τεχνολογίας είναι η μετάβαση από την ευκαιριακή επιτυχία στη συστηματική δημιουργία αξίας. Παρά τα σημαντικά βήματα των τελευταίων ετών προς αυτή την κατεύθυνση, απαιτούνται βαθύτερες θεσμικές παρεμβάσεις στο νομοθετικό πλαίσιο δημιουργίας τεχνοβλαστών, υψηλότερο επίπεδο επενδυτικής εξειδίκευσης σε θέματα βαθιάς τεχνολογίας, και πιο επαγγελματικές δομές στήριξης της συνεργασίας στο εγχώριο οικοσύστημα καινοτομίας. Ένα τέτοιο πακέτο μεταρρυθμίσεων θα συμβάλλει στη δημιουργία οικοσυστημάτων που παράγουν επαναλαμβανόμενα βιώσιμες επιχειρήσεις, συγκρατούν ή/και επαναπατρίζουν ταλαντούχο ανθρώπινο δυναμικό, δημιουργούν ποιοτικές θέσεις εργασίας και, τελικά, μετατρέπουν συστηματικά την έρευνα σε ανάπτυξη, με μετρήσιμα αποτελέσματα στην πραγματική οικονομία προς όφελος της κοινωνίας.
“Η Μεταφορά Τεχνολογίας ως Μοχλός Οικονομικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας”, Νικόλαος Ι. Βογιατζής, Διδάκτωρ Ηλεκτρολόγος Μηχανικός Ε.Μ.Π., Εταίρος επενδυτικού κεφαλαίου τεχνολογίας Corallia Ventures, Συνιδρυτής οικοσυστημάτων καινοτομίας Corallia | Aφιέρωμα MOVING TO MASTERY © 5th Anniversary Edition of the ENERGIZING GREECE Magazine
